Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΕΡΓΟΣ ΓΗΡΑΝΣΗ !



«Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου  -   είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι   -    δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά    -    εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως  -    που κάτι ξέρεις από τέτοια   -   Νάρκης του άλγους δοκιμές, εν φαντασία και λόγω»     Κωνσταντίνος  Καβάφης

 Σε αντίθεση με τον μάλλον απαισιόδοξο Καβάφη, το 2012 ανακηρύχθηκε «Ευρωπαϊκό Έτος
 Ενεργού Γήρανσης και Αλληλεγγύης μεταξύ των Γενεών».........

Λέει το πρόγραμμα του τριήμερου συνεδρίου  18-20 Μαρτίου :

" Είναι μια ευκαιρία να
συνειδητοποιήσουμε ότι, σήμερα, ένα μεγάλο ποσοστό των συνανθρώπων μας
 ζουν περισσότερο και παραμένουν πιο υγιείς από ποτέ.
Τι σημαίνει όμως ενεργός γήρανσης; Ότι η ζωή συνεχίζεται αμείωτη και ως εκ τούτου
η κοινωνία οφείλει να εκτιμά ολοένα περισσότερο τη συμβολή των μεγαλυτέρων 
και να τους παρέχει ευκαιρίες, όπως: 

·        Να εξακολουθούν να εργάζονται και να μοιράζονται την πείρα τους

·        Να εξακολουθούν να συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνία

·        Να ζουν όσο το δυνατόν πιο υγιείς και να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους 

H αγωνία του ανθρώπου και η ελπίδα του για την κατάκτηση του «ελιξιρίου της ζωής»
 εμφανίζεται από τα πρώιμα κιόλας χρόνια του πολιτισμού. Η ανθρωπότητα αγωνιωδώς
αναζήτησε να βρει απαντήσεις τόσο στο φαινόμενο της γήρανσης όσο και
του θανάτου, αναπτύσσοντας ποικίλες φιλοσοφικές και θρησκευτικές θεωρίες. Σήμερα
 το φαινόμενο της γήρανσης απασχολεί ολόκληρη την κοινωνία και αντιμετωπίζεται
πολυσύνθετα από διάφορους επιστημονικούς κλάδους (βιοϊατρικές, κοινωνιολογικές
και οικονομικές επιστήμες).
Η θεαματική αύξηση του προσδόκιμου επιβιώσεως τα τελευταία πενήντα χρόνια, ακόμα
και σε χώρες του τρίτου κόσμου -ομιλούμε πλέον για τέταρτη ηλικία- προβληματίζει
τη σύγχρονη κοινωνία. Οι γιατροί και οι βιολόγοι αναζητούν εξηγήσεις για το
 φαινόμενο της μακροζωίας, ενώ κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι, νομικοί, κ.ά εξετάζουν
 τις επιπτώσεις του φαινομένου αυτού στο κοινωνικό σύνολο και στο ευ ζην, την ευζωία.

Το Ευρωπαϊκό Έτος επιδιώκει να ευαισθητοποιήσει την κοινωνία (πολίτες και πολιτικούς)
 στις νέες αυτές προκλήσεις (απασχόληση, υγειονομική περίθαλψη, επιμόρφωση
 ενηλίκων, εθελοντισμός, κ.ά.) και να ενθαρρύνει όλους τους φορείς στη χάραξη μιας νέας
πολιτικής.

Με γνώμονα τα ανωτέρω οι  διεπιστημονικές εκδηλώσεις που εντάσσονται στον
κύκλο αυτό, στοχεύουν στην ενημέρωση του κοινού για τις  νεότερες εξελίξεις στην έρευνα
 και κλινική πράξη στον τομέα της αντιγήρανσης. Παράλληλα, η συνύπαρξη
 θετικών και ανθρωπιστικών ινστιτούτων στο ΕΙΕ δίνει την ευκαιρία για την αναζήτηση
αντίστοιχων προβληματισμών σχετικά με την αντιμετώπιση της  γήρανσης  στις ιστορικές πηγές.


Διοργάνωση: Ινστιτούτα Βιολογικών Ερευνών & Βιοτεχνολογίας (ΙΒΕΒ) και  Βυζαντινών Ερευνών (ΙΒΕ), ΕΙΕ                             σε συνεργασία με την Ελληνική Επιστημονική Εταιρεία Προληπτικής Ιατρικής  και Αντιγήρανσης (ΕΕΕΠΙΑ), το British Council και ZitaCongress

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ),  Αμφιθέατρο «Λεωνίδας Ζέρβας»

Λεωφόρος  Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα (στάση μετρό Ευαγγελισμός)

Για πληροφορίες: 210 7273501+516, e-mail: gramma@eie.gr & mkont@eie.gr
και στον δικτυακό τόπο http://www.eie.gr/epistimiskoinonia/openscience-gr-general.html

Σχετικά δες και Μ.Μιχελή http://oikonikipragmatikotita.blogspot.com/2012/02/m.html

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

«Ελιά»,της Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου*




Η ελιά και το λάδι είναι ίσως τα πιο διάσημα τρόφιμα στον μεσογειακό και ελλαδικό χώρο, γύρω από τα οποία περιστρέφονται πολλές συζητήσεις  που αφορούν την διατροφική αυτάρκεια της χώρας, την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου, την αναζωογόνηση της υπαίθρου. Η προσέγγιση της Μ. Σωτηροπούλου  δείχνει τους πολλαπλούς δεσμούς αυτού του δέντρου με τη λογοτεχνία, τη μυθολογία, το πολιτισμό…Και φυσικά με τους Ολυμπιακούς αγώνες, στους οποίους αφιερώνεται ένα μεγάλο μέρος του κειμένου της…...ΓΣχ



          «Είμαι η ελιά η τιμημένη!» Καταλήγει κάθε στίχος στο πασίγνωστο ποίημα του Παλαμά, που αποστηθίζαμε κάποτε στο σχολειό με την εντύπωση ότι δε θάχουν τέλος τα τραγούδια που υμνούν την προκοπή της. Και όμως! Ανατρέχοντας τη βιβλιογραφία ελάχιστα είναι τα ποιήματα που τη δοξολογούν. Τα δέντρα όπως οι ιδιότροπες γυναίκες δεν κατακτούν με τη σοφία και την προκοπή, αλλά με την εφήμερη ομορφιά τους. Ενώ οι άστατες ροδιές, οι φουντωτές νεραντζούλες κι οι βιαστικές αμυγδαλιές, τα βουερά πεύκα, τα γέρικα πλατάνια και τα θλιβερά κυπαρίσσια βρίσκουν αθρόα βάρδους, για την ελιά μονάχα ένα  αριστουργηματικό σονέτο του Μαβίλη καταγράφεται κι αυτό σε πένθιμο μοτίβο «Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι γέρικη ελιά..», αν και ο Ελύτης στην κοσμογονία του «Άξιον εστι» μιλά για τα «πολλά λιόδενδρα που κρησάρουν στα χέρια τους το φως» και για «λοξούς ελαιώνες με το γαλάζιο ανάμεσα στα δάκτυλα».

Προφανώς η Ελιά δεν είναι ωραίο δένδρο (αν και αξιοποιείται περισσότερο για το συμβολισμό της από τους ζωγράφους) και στον ανάλαφρο ίσκιο της μόνο αποκαμωμένα πρόβατα επιλέγουν να σταλίσουν. Νεαρή μοιάζει εύθραυστη με το λιγνό της κορμό και τ’ ασημένιο δίχτυ των φύλλων της, δειλή σαν κοπελιά στο πρώτο ραντεβού προσφέρει τα σύννεφα των λουλουδιών της στον άνεμο. Ποτέ δε ζει τη μεταμόρφωση του ασχημόπαπου σε γοητευτικό κύκνο, την προκλητική ανθοφορία των εσπεριδοειδών ή την ελπιδοφόρα άνοιξη των φυλλοβόλων. Βιάζεται να γεράσει, γυρτή από το βάρος των καρπών καμπουριάζει και ροζιάζει, πληγώνεται από τα ραβδίσματα της συγκομιδής, λες και απλώνει πληγιασμένα δάχτυλα στο έδαφος να συνάξουν κάθε καρπό της, δέεται στους ουρανούς και παραμορφώνεται στη βία των κλαδεμάτων, πλάθει φιλόξενες κουφάλες που οι αιώνες μεταμορφώνουν σ’ ευρύχωρα σπιτικά για αγίους και φαντάσματα. Τα φύλλα της χορταίνουν όχι μόνο τις φιλοδοξίες των νικητών αλλά και την πείνα των ζώων και το ξύλο της, πολύ σκληρό και ανθεκτικό, όταν δε χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή χρήσιμων ή διακοσμητικών αντικειμένων καίγεται σε θαλερή φωτιά που ζεσταίνει τις ανθρώπινες ελπίδες.


«Η προ­σφώ­νη­ση» , της Ηρώς Νικοπούλου

Η Ηρώ Νικοπούλου επιφυλάσσει πάντα μια «αποκάλυψη» για το τέλος, όσο κι αν η αφήγησή της αποβλέπει να φωτίσει το βάθος των προσώπων….Οι υπογραμμίσεις του κειμένου είναι δικές μου…ΓΣχ.


Ορ­φά­νε­ψα ξαφ­νι­κά, κά­ποια Τρί­τη, τρεις του μή­να. Ή­ταν κα­τα­με­σή­με­ρο.
Η εκ­δρο­μή ή­ταν προ­γραμ­μα­τισμέ­νη και πο­λυα­να­με­νό­με­νη. Ό­τι εί­χαν κλεί­σει τα σχο­λεί­α, την προ­η­γου­μένη εί­χα­με πά­ρει βαθ­μούς. Εί­χα πά­ει πο­λύ κα­λά, η προ­α­γω­γή μου στην δευ­τέ­ρα Γυ­μνα­σί­ου έ­γι­νε με ά­ρι­στα και το έ­πα­θλο που μου εί­χε τά­ξει η μα­μά πριν τις ε­ξε­τά­σεις: η εκ­δρο­μή στη Σκύ­ρο. Μια εκ­δρο­μή που εί­χε α­να­βλη­θεί του­λά­χι­στον δυο φο­ρές. Η πρώ­τη ή­ταν πριν πέ­ντε πε­ρί­που χρό­νια, ό­ταν στην αρ­χή του καλο­και­ριού, α­πο­φά­σι­σαν οι δυο τους, για ά­γνω­στους σε μέ­να λό­γους, ό­τι προ­τιμού­σαν να κά­νουν χω­ρι­στά δια­κο­πές, για α­να­νέ­ω­ση, μου εί­παν. Πο­τέ δεν το κατά­λα­βα και κα­τά βά­θος δεν το πί­στε­ψα. Ό­σο για μέ­να, ε­κεί­νο το κα­λο­καί­ρι με βο­λέ­ψα­νε ό­πως-ό­πως στο ε­ξο­χι­κό μιας θεί­ας. Η ε­πι­στρο­φή στο κοι­νό σπί­τι της Α­θή­νας, τους έ­πε­σε βα­ριά. Με­τά α­πό έ­ξι μή­νες χώ­ρι­σαν ο­ρι­στι­κά. Έ­κτο­τε και για τα ε­πό­με­να τέσ­σε­ρα χρό­νια οι προ­τε­ραιό­τη­τες της μα­μάς ή­ταν άλ­λες, δεν πε­ρίσ­σευε χρή­μα και διά­θε­ση για εκ­δρο­μές. Το θέ­μα ξε­χά­στη­κε ε­ντε­λώς.

Πριν έ­να χρό­νο τα πράγ­μα­τα στο σπί­τι μας άρ­χι­σαν να βρί­σκουν πά­λι τη σειρά τους, η μα­μά ή­ταν πιο κε­φά­τη, η δου­λειά της πή­γαι­νε ό­λο και κα­λύ­τε­ρα, ή­ταν πρά­κτο­ρας σε α­σφα­λι­στι­κή ε­ται­ρεί­α, που­λού­σε κυ­ρί­ως α­σφά­λειες ζω­ής. Δύ­σκο­λη δου­λειά να πεί­σεις τον άλ­λο ό­τι εί­ναι χρή­σι­μο, α­να­γκαί­ο, α­πα­ραί­τη­το να α­σφα­λι­στεί για με­τά τον θά­να­τό του. Το ο­μορ­φαί­νουν, λέ­ει, με κά­τι εν­διά­μεσες πα­ρο­χές, που η μα­μά τις έ­λε­γε κα­ρό­τα, για γε­νι­κές ε­ξε­τά­σεις, νο­σή­λεια σε κα­λά νο­σο­κο­μεί­α και πα­ρό­μοια. Δύ­σκο­λη δου­λειά. Ό­μως ε­κεί­νη εί­χε τον τρόπο της και τους του­μπά­ρι­ζε. Τώ­ρα ντυ­νό­ταν κα­λύ­τε­ρα, πή­ρα­με και αυ­το­κί­νητο. Και πά­νω που ξα­να­γυρ­νού­σε η πα­λιά, σχε­δόν ξε­χα­σμέ­νη ι­δέ­α της εκ­δρο­μής, κι αρ­χί­σα­με να την σχε­διά­ζου­με έ­πε­σα κι έ­σπα­σα το πό­δι μου. Με τον α­στρά­γαλο μπα­τα­ρι­σμέ­νο κο­ντά δυο μή­νες κα­λο­και­ριά­τι­κα, δί­χως ού­τε έ­να μπά­νιο στη θά­λασ­σα, ό­λα άρ­χι­σαν να μου φαί­νο­νται ά­χα­ρα, πρό­σκαι­ρα, πε­ριτ­τά, α­παί­σια. Η μα­μά εί­χε ή­δη κλει­σμέ­νες η­με­ρο­μη­νί­ες, ει­σι­τή­ρια, ξε­νο­δο­χεί­α για δέ­κα μέ­ρες στο Πα­ρί­σι και στη Ρώ­μη, προ­σφο­ρά α­πό την ε­ται­ρεί­α της. Με ρώ­τη­σε αν με πει­ρά­ζει. Να μην πά­ω, εί­πε, αν δεν θες. Δεν με πει­ρά­ζει, εί­πα. Πή­γαι­νε. Πή­γε, κι έ­σκα­σα στο κλά­μα.

        Παρ’ ό­λο που η πρώ­τη μου χρο­νιά στο Γυ­μνά­σιο ξε­κί­νη­σε με τό­σο κα­κούς οιω­νούς, στην πο­ρεί­α ό­λα ε­ξο­μα­λύν­θη­καν. Εν τω μετα­ξύ λό­γω του κα­λο­και­ρι­νού α­τυ­χή­μα­τος α­να­γκά­στη­κα και βρή­κα και­νούρ­γιους τρό­πους να ξε­γε­λά­ω την μο­να­ξιά μου. Και διά­βα­ζα, πο­λύ. Το έ­βρι­σκα πα­ρη­γορη­τι­κό. Ξε­χνιό­μουν. Έ­πει­τα το συ­νέ­χι­σα και στο σχο­λεί­ο. Διά­βα­ζα, τα πά­ντα, ο­τι­δή­πο­τε, σχε­δόν χω­ρίς διά­κρι­ση, α­πο­στή­θι­ζα και την πα­ρα­μι­κρό­τε­ρη λε­πτο­μέ­ρεια, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρο κό­πο.

        Κά­πως έ­τσι συ­νέ­βη και πή­ρα τό­σο με­γά­λους βαθ­μούς. Α­πό την άλ­λη με­ριά η δου­λειά της μα­μάς συ­νέ­χι­ζε την α­νο­δι­κή της πο­ρεί­α, και ε­πι­τέ­λους, ό­λα ή­ταν ευ­νοϊ­κά για κεί­νη την ξε­χα­σμέ­νη πο­λυ­ή­με­ρη εκ­δρο­μή μας. Στα δύ­σκο­λα χρό­νια που εί­χαν με­σο­λα­βή­σει εί­χα­με πά­ει μό­νο κά­τι η­με­ρή­σιες σε κο­ντι­νές πα­ραλί­ες. Δια­λέ­ξα­με την Σκύ­ρο, χω­ρίς λό­γο. Ή μάλ­λον, για­τί πέ­ντε χρό­νια πριν είχα­με σχε­διά­σει να πά­με ό­λοι μα­ζί ε­κεί, πριν τις χω­ρι­στές α­να­νε­ω­τι­κές διακο­πές τους. Για την α­κρί­βεια ε­γώ το διά­λε­ξα το μέ­ρος, μια κι έ­κα­νε το λά­θος να μου προ­τεί­νει γεν­ναιό­δω­ρα να δια­λέ­ξω ε­γώ και με­τά δεν μπο­ρού­σε να το πάρει πί­σω. Ε­κεί­νης δεν της πο­λυά­ρε­σε η ε­πι­λο­γή του νη­σιού, αλ­λά ε­γώ ε­πέ­με­να. Χω­ρίς λό­γο.

        Φτά­σα­με Δευ­τέ­ρα πρω­ί. Τα­χτο­ποι­η­θή­κα­με στο δω­μά­τιο, το μο­να­δι­κό πα­ρά­θυρο έ­βλε­πε πί­σω σε μια μι­κρή αυ­λή, εί­χε και κό­τες. Το με­ση­μέ­ρι με την ζέ­στη, το χώ­μα α­νέ­δι­δε μια με­θυ­στι­κή μυ­ρω­διά α­να­κα­τε­μέ­νη με την μυ­ρω­διά α­πό τα σώμα­τα και τα φτε­ρώ­μα­τα των που­λε­ρι­κών. Ει­σέ­πνευ­σα βα­θιά και πλημ­μύ­ρι­σα με μια α­προσ­διό­ρι­στη οι­κειό­τη­τα και κά­τι που έ­μοια­ζε με ευ­γνω­μο­σύ­νη. Το α­πόγευ­μα σερ­για­νί­σα­με στη χώ­ρα, ή­ταν πα­νέ­μορ­φη. Νο­μί­ζω. Αλ­λά και να μην ή­ταν, ε­γώ έ­τσι την έ­βλε­πα, ή­μουν πο­λύ ευ­χα­ρι­στη­μέ­νη που ή­μα­σταν ε­κεί.

        Αρ­γά την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί δια­λέ­ξα­με πα­ρα­λί­α στον χάρ­τη, πή­ρα­με φρού­τα, σά­ντου­ιτ­ς και νε­ρά και ξε­κι­νή­σα­με. Ό­ταν φτά­σα­με ο ή­λιος κό­ρω­νε τα πά­ντα. Βου­τή­ξα­με τρέ­χο­ντας. Η άμ­μος μας ζε­μά­τι­σε τις πα­τού­σες.

        Τα νε­ρά ή­ταν υ­πέ­ρο­χα. Ε­γώ κο­λυ­μπού­σα πά­ντα πε­ρισ­σό­τε­ρο, ε­κεί­νη βα­ριό­ταν και συ­νή­θως έ­βγαι­νε σχε­δόν α­μέ­σως και το ’ρι­χνε στην η­λιο­θε­ρα­πεί­α. Με­τά α­πό κά­ποια ώ­ρα έ­ψα­χνα με τα μά­τια να την βρω. Ή­μουν εν­θου­σια­σμέ­νη, ή­θε­λα να της πω να βου­τή­ξει πά­λι, να μι­λά­με κιό­λας. Πλη­σί­α­σα κά­πως στην α­κτή, την εί­δα όρ­θια με μια ρα­κέ­τα στο χέ­ρι. Ε­μείς δεν εί­χα­με ρα­κέ­τες, ή μή­πως εί­χα­με; Μπο­ρεί. Εί­χε κό­σμο και δεν μπό­ρε­σα να δω με ποιόν έ­παι­ζε. Μα­μά, μα­μά, φώ­να­ξα. Δεν μ’ ά­κου­σε, εί­χε και φα­σα­ρί­α. Μα­μά, ξα­να­φώ­να­ξα κου­νώ­ντας και το χέ­ρι μια και ή­μουν μέ­σα στο ο­πτι­κό της πε­δί­ο. Δεν φά­νη­κε να α­κού­ει ού­τε να βλέ­πει. Βγή­κα ο­λό­τε­λα α­πό την θά­λασ­σα και πλη­σιά­ζο­ντας τα πράγ­μα­τά μας, μα­μά, ε­πέμει­να. Ού­τε και πά­λι γύ­ρι­σε. Πα­ρά­ξε­νο, σκέ­φτη­κα και άρ­χι­σα να κα­τευ­θύ­νο­μαι προς το μέ­ρος της. Μα­μά, εί­πα, σε φυ­σι­κό τό­νο δί­πλα της σχε­δόν πια, δεν μ’ α­κούς; Χω­ρίς να γυ­ρί­σει να με κοι­τά­ξει πέ­τα­ξε την ρα­κέ­τα στην άμ­μο και μουρμού­ρι­σε α­μή­χα­να κά­τι σαν χαι­ρε­τι­σμό στον μαυ­ρι­σμέ­νο και κα­λο­γυ­μνα­σμένο συ­μπαί­χτη της, που πρό­λα­βε να της χα­μο­γε­λά­σει ει­ρω­νι­κά, αλ­λά αυ­τό δεν ξέ­ρω αν το εί­δε. Ύ­στε­ρα έ­στρε­ψε ε­πι­τέ­λους προς το μέ­ρος μου και χω­ρίς να μου ρί­ξει μα­τιά τρά­βη­ξε προς την ψά­θα μας με α­πλω­τό νευ­ρια­σμέ­νο βή­μα, που βούλια­ζε στην άμ­μο φτιά­χνο­ντας μι­κρούς ο­μοιό­μορ­φους λάκ­κους. Την α­κο­λού­θησα μου­δια­σμέ­νη. Έ­πια­σε την πε­τσέ­τα σω­παί­νο­ντας, σκού­πι­σε τον ι­δρώ­τα που έ­στα­ζε στη δι­χά­λα του στή­θους.

Ά­κου, εί­πε, κο­φτά κοι­τώ­ντας τον ο­ρί­ζο­ντα, ό­σο εί­μα­στε ε­δώ δια­κο­πές, ξέ­χνα το το μα­μά και μα­μά. Φα­γώ­θη­κες.

Τζέ­νη θα με λες.

Σκέ­το Τζέ­νη.
                                                           

Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων, «Ελληνιστί: Ο γρίφος». 

Μ.Μιχελή : «Ηρθαν στη χώρα οι εχθροί;»

 

Αρχές 20ου αιώνα στην Αλεξάνδρεια.

Η ελληνική κοινότητα, στο κοινωνικό της μεγαλείο.

Οι οικονομικές επιχειρήσεις, της έδιναν τον αέρα της ευμάρειας και του κοσμοπολιτισμού.                                                                           


Από 1882, που οι Βρετανοί είχαν καταλάβει την Αίγυπτο (μετά την πτώχευσή της), για να προστατεύσουν τη διώρυγα του Σουέζ, είχαν παραδώσει την οικονομία στους ξένους επενδυτές. Μεταξύ των κερδισμένων και οι μεγάλες ελληνικές οικογένειες της  παροικίας.

Μέσα στην belle époque της χλιδής, ένας μοναχικός ποιητής διέβλεπε, το τέλος της ευδαιμονίας…

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δύο μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

Τ’ όνομά του τότε (1904), ήταν άγνωστο στους ευγενείς κύκλους των ομογενών μας.Το «φαινόμενο», Κωνσταντίνος Καβάφης, με τους απαισιόδοξους στοίχους του, προκαλούσε μάλλον θυμηδία κι αποστροφή. Ήταν κι αυτός, ένας από τους τόσους εξοβελισμένους του συστήματος…

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Η Μαρία Σωτηροπούλου για τη « χρεοκοπία της Μεταπολίτευσης»



Στην Καλαμάτα, στις 24.2.12, η Μαρία Αρβανίτη-Σωτηροπούλου μίλησε για ένα βιβλίο του Λαοκράτη Βάσση υπό τον (επιεική) τίτλο : «Η χρεωκοπία της μεταπολίτευσης»…… 

Με τα δικά της λόγια : 

« Ενώ παίζαμε, εθισμένοι στο τζόγο, την κολοκυθιά «Χρεωκοπία- ελεγχόμενη ή ανεξέλεγκτη» ο φίλος Λαοκράτης μας προκαλεί σε μιαν -όχι πολιτική- (όπως δηλώνει ευθαρσώς στον τίτλο), αλλά πολιτιστική ανοιχτή συζήτηση για την χρεωκοπία -όχι της τσέπης- αλλά της ίδιας μας της ζωής, αφού όλοι πια ανήκουμε όχι στη γενιά του 114 ή του Πολυτεχνείου, αλλά της νεκρής πια και επίσημα γενιάς της Μεταπολίτευσης…….

……….Και σήμερα που η Ευρώπη εμφάνισε ξανά το γυμνό προσωπείο του τοκογλύφου επιστρέφουμε σε αυτό που λέει και η Αντιγόνη (όνομα και πράμα) στη συζήτηση «γιατί αν ισχύει πως οι λαοί στα δύσκολα κρατιούνται από την ψυχή τους, πρέπει να δούμε τι απόμεινε από την ψυχή μας για να κρατηθούμε και να ξανασηκωθούμε, όπως και τις άλλες φορές που πέσαμε».

Η  Μαρία Σωτηροπούλου προβαίνει σε μια δυσοίωνη πρόβλεψη, που πρέπει να παρθεί «θανάσιμα σοβαρά» από τους  φορείς που φαντασιώνουν μιαν εύκολη αποπομπή του μέχρι προ ετών κυρίαρχου ΠΑΣΟΚισμού :

«….. αν και οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια πραγματική αλλαγή του κομματικού περιβάλλοντος, η κατάσταση θυμίζει μάλλον τοπίο στην Αγγελοπουλική ομίχλη, αφού είναι πολύ πιθανόν ότι ξανά οι Πασοκοτραφείς νοικοκυραίοι την κρίσιμη στιγμή των εκλογών θα προτιμήσουν τη μιζέρια της κατεστημένης δουλείας από την περιπέτεια της αριστερής προοπτικής»

Ολόκληρη η παρουσίαση της Μ. Α.Σ για το βιβλίο του Λαοκράτη Βάσση στο  



ΑΜΙΑΝΤΟΣ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΓΟΝΟΣ


  Μια συνέντευξη του ιατρού Ευθύμιου  Θανασιά στην Αναστασία Κεσκεσιάδου

 Ο αμίαντος αποτελεί ένα από τα δέκα πιο επικίνδυνα στοιχεία για την ανθρώπινη υγεία. Οι βλαβερές επιπτώσεις του άρχισαν να γίνονται γνωστές στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, όταν πέθανε από Αμιάντωση ο ιδρυτής μεγάλης βιομηχανίας αμιάντου στις ΗΠΑ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 η επιστημονική έρευνα επιβεβαίωσε την καρκινογόνα δράση του.

              Το εμπόριο όλων των τύπων αμιάντου έπαψε οριστικά την 1/1/2005 στις χώρες -μέλη της Ευρωπαϊκής  Ένωσης, άρα και στην Ελλάδα. Όμως το πρόβλημα δε σταμάτησε οριστικά, γιατί η προοδευτική φθορά των κατασκευών  που περιέχουν αμίαντο απελευθερώνει και τώρα στο περιβάλλον επικίνδυνα για την υγεία υλικά.  
                Σε ερωτήσεις που αφορούν τον αμίαντο, τις συνέπειες από τη χρήση του και την αντιμετώπισή τους απαντά  ο κ. Θανασιάς Ευθύμιος, Ιατρός, μέλος της Ελληνικής Εταιρίας Ιατρικής Εργασίας και Περιβάλλοντος, κλινικός ερευνητής και υποψήφιος διδάκτορας της Ιατρικής στον τομέα Παθολογίας-Ογκολογίας του πανεπιστημίου  Θεσσαλίας.


Είναι το ίδιο επικίνδυνος ο τσιμεντοαμίαντος (που έχει περιεκτικότητα 10-20% αμιάντου) με τον αμίαντο;

Οι πλάκες αμιαντοτσιμέντου (ΕΛΕΝΙΤ) είναι τσιμεντένια μίγματα που περιέχουν αμίαντο. Ο λόγος που προσέθεταν αμίαντο στην κατασκευή τους ήταν οι εξαιρετικές φυσικές του ιδιότητες,  όπως για παράδειγμα είναι η αξιοσημείωτη αντίστασή του στη θερμότητα και τις χημικές ουσίες. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν αυτά τα υλικά αρχίζουν να φθείρονται, και συνεπώς να απελευθερώνονται από το τσιμέντο οι εγκλωβισμένες σε αυτό ίνες αμιάντου. Σε αυτή την περίπτωση οι επικίνδυνες ίνες, που είναι πλέον 100% αμίαντος, διασπείρονται στον περιβάλλοντα χώρο από όπου μπορούν να εισπνευστούν και να προκαλέσουν σοβαρότατα προβλήματα υγείας σε όσους εκτεθούν σε αυτές.

  • Πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για την έκλυση των ινών αμιάντου στον αέρα;

Η διάβρωση των αμιαντούχων υλικών που προκαλείται από τα καιρικά φαινόμενα ή μηχανικές αναταράξεις, απελευθερώνει μεγάλο αριθμό ινών αμιάντου στην ατμόσφαιρα. Αυτό δεν μπορεί να μπει σε ακριβή χρονικά πλαίσια. Ανάλογα με το βαθμό και τον τρόπο χρήσης του υλικού και ανάλογα με την έκθεσή του στις καιρικές συνθήκες, φθείρεται, διασπάται η αρχική δομή του και στη συνέχεια οι ίνες διασπείρονται ελεύθερα στον περιβάλλοντα χώρο.
  • Πώς εισχωρούν οι ίνες του αμιάντου στον ανθρώπινο οργανισμό;
Εισχωρούν στο σώμα μας με την εισπνοή και την κατάποση. Από ότι δείχνουν όμως τα περισσότερα ερευνητικά δεδομένα η εισπνοή των ινών αμιάντου είναι ο κατεξοχήν επικίνδυνος, για την υγεία, τρόπος εισόδου.

  • Ποιες ασθένειες προκαλεί κυρίως ο αμίαντος και ποια είναι τα συμπτώματα τους;

Οι κυριότερες ασθένειες είναι η Αμιάντωση, το Μεσοθηλίωμα, ο Καρκίνος του Πνεύμονα και ο Καρκίνος του Λάρυγγα. Τα πιο συχνά συμπτώματα είναι η δύσπνοια, το θωρακικό άλγος, η απώλεια βάρους, η ανορεξία, η κακουχία, ο ξηρός βήχας που μπορεί να είναι και παροξυσμικός και η εύκολη κόπωση.
  • Πόσα χρόνια μετά την έκθεση στον αμίαντο εκδηλώνονται τα συμπτώματα;

Μπορεί να περάσουν από 10 έως και 40 έτη μετά την έκθεση σε ίνες αμιάντου μέχρι να εκδηλωθεί Αμιάντωση, και 14 έως και 50 έτη μέχρι να εκδηλωθεί η θανατηφόρος νόσος που λέγεται Μεσοθηλίωμα. Ό μέσος όρος ηλικίας των θανόντων από Μεσοθηλίωμα σύμφωνα με ορισμένες μελέτες είναι τα 60 - 70 έτη.

Γιάννης Παλαβός : Ένας λογοτεχνικός "τουϊτομαραθώνιος"

 EΔΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, τὸ B­BC ἐν­τάσ­σει στὸ πρό­γραμ­μά του ἀ­να­γνώ­σεις δι­η­γη­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ ἰ­σχυ­ρὴ πα­ρά­δο­ση, τὴν ὁ­ποί­α μέ­χρι πρό­σφα­τα ἡ δι­οί­κη­ση τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος ὑ­πο­στή­ρι­ζε σθε­να­ρά. Στὸ πλαί­σιο, ὡ­στό­σο, τῶν πε­ρι­κο­πῶν καὶ τῆς ἀ­να­θε­ώ­ρη­σης τοῦ προ­γράμ­μα­τός του πρὸς ὄ­φε­λος τῶν ἐ­νη­με­ρω­τι­κῶν ἐκ­πομ­πῶν, οἱ ἑ­βδο­μα­δια­ῖες με­τα­δό­σεις ἔ­χουν στα­δια­κὰ κα­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πε­ρι­ο­ρι­στεῖ. Ὣς τὸ 2009, τὸ Radio 4 τοῦ BBC με­τέ­δι­δε ἕ­ξι δι­η­γή­μα­τα τὴν ἑ­βδο­μά­δα. Ἔ­κτο­τε, οἱ με­τα­δό­σεις πε­ρι­ο­ρί­στη­καν στὶς δύ­ο ἐ­βδο­μα­δια­ίως, ἐ­νῶ πρό­σφα­τα ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι ἀ­πὸ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2012 θὰ με­τα­δί­δε­ται μό­νον ἕ­να δι­ή­γη­μα τὴν ἑ­βδο­μά­δα.

       Ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀ­ναι­ρεῖ μιὰ πα­ρά­δο­ση δε­κα­ε­τι­ῶν καὶ συμ­βάλ­λει στὴν ἀ­πα­ξί­ω­ση τῆς μι­κρῆς φόρ­μας, ἔ­χει καὶ πρα­κτι­κὲς συ­νέ­πει­ες: ἀρ­κε­τοὶ συγ­γρα­φεῖς —νε­ό­τε­ροι καὶ δό­κι­μοι— στὸ πα­ρελ­θὸν ἀ­πέ­κτη­σαν πρό­σβα­ση σὲ εὐ­ρύ­τε­ρα ἀ­κρο­α­τή­ρια μέ­σω τῶν με­τα­δό­σε­ων τοῦ BBC, ἐ­νῶ τοὺς δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ προ­ω­θή­σουν ὡς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες τὸ ἔρ­γο τους.

       Ὅ­πως ἦ­ταν εὔ­λο­γο, ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων (Society of Authors) ἀν­τέ­δρα­σε στὴν ὑ­πὸ σχε­δια­σμὸ νέ­α μεί­ω­ση. Ἐ­πε­λέ­γη ὡς τρό­πος ἡ δι­ορ­γά­νω­ση ἑ­νὸς μα­ρα­θω­νί­ου συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος μέ­σῳ τοῦ twitter: κά­θε Τε­τάρ­τη, γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες (ἀ­πὸ τὶς 14 Σε­πτεμ­βρί­ου ὣς τὶς 12 Ὀ­κτω­βρί­ου 2011), ἕ­νας κα­τα­ξι­ω­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας, μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔ­δι­νε μέ­σω τοῦ twitter μιὰ ἐ­ναρ­κτή­ρια φρά­ση καὶ οἱ χρῆ­στες ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὴ συ­νέ­χεια. Κά­θε μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ πέν­τε ἀ­ναρ­τή­σεις (t­w­e­e­ts), τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­πέ­λε­γε εἴ­τε ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἴ­τε κά­ποι­ος ἐ­πι­με­λη­τής. Τὸ κά­θε δι­ή­γη­μα ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­ριθ­μεῖ συ­νο­λι­κὰ ἕ­ως 670 χα­ρα­κτῆ­ρες. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἔ­λα­βαν μέ­ρος εἶ­ναι οἱ Σά­ι­μον Μπρὲτ (Si­mon Brett), Νὴλ Γκάιμαν (Neil Gai­man), Τζοὰν Χάρις (Jo­an­ne Har­ris), Ἴ­αν Ράνκιν (Ian Ran­kin) καὶ Σά­ρα Γου­ό­τερς (Sa­rah Wa­ters). Συ­νο­λι­κὰ ὁ «του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος» ἀ­πέ­δω­σε ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα (τὴν τε­λευ­ταί­α Τε­τάρ­τη, 12 Ὀ­κτω­βρί­ου, ὁ Νὴλ Γκά­ι­μαν ποὺ ἔ­κλει­σε τὸν μα­ρα­θώ­νιο ἔ­δω­σε δύ­ο ἐ­ναρ­κτή­ρι­ες φρά­σεις). Συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ τοῦ μα­ρα­θω­νί­ου, ὑ­πῆρ­χε —ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη— δι­α­θέ­σι­μη στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων (www.societyofauthors.org) αἴ­τη­ση γιὰ τὴν ἀ­κύ­ρω­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ BBC, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­γρά­ψει κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νος. Ἐ­πί­σης, στὸν ἴ­διο ἱ­στό­το­πο μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει τὰ ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­γνω­σμέ­να ἀ­πὸ τρεῖς δη­μο­φι­λεῖς βρε­τα­νοὺς ἠ­θο­ποι­ούς, τὴ Μπρέν­τα Μπλέ­θιν (Bren­da Ble­thyn), τὸν Μπὶλ Νάι (Bill Ni­ghy) καὶ τὸν Χιοὺ Μπόν­βιλ (Hugh Bon­ne­vil­le).

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα κρί­νε­ται ἐ­πι­τυ­χές: χι­λιά­δες χρῆ­στες τοῦ twitter συμ­με­τεῖ­χαν κά­θε Τε­τάρ­τη στὴ συλ­λο­γι­κὴ συγ­γρα­φὴ κά­θε μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, ἐ­νῶ ἡ αἴ­τη­ση γιὰ ἀ­να­στο­λὴ τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ BBC ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει πά­νω ἀ­πὸ 7000 ὑ­πο­γρα­φές. 

Ἡ ἰ­δέ­α νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ γιὰ δη­μι­ουρ­γι­κοὺς σκο­ποὺς τὸ twitter, μὲ τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες φορ­μα­λι­στι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει ἡ τε­χνι­κὴ φύ­ση τοῦ μέ­σου, ἀ­κού­γε­ται ἑλ­κυ­στι­κή. Μοιά­ζει σὰν ἄ­σκη­ση ὕ­φους, ἡ ὁ­ποί­α κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­αν θυ­μί­ζει τὶς αὐ­στη­ρὲς φόρ­μες τῆς ποί­η­σης πρὶν τὶς ρή­ξεις ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ὁ μον­τερ­νι­σμός· ἤ, κα­λύ­τε­ρα —μιᾶς καὶ τὸ δι­α­κύ­βευ­μα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­γω­γὴ ἑ­νὸς κει­μέ­νου μὲ αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­ξί­α μὲν ἀλ­λὰ μὲ τὴ μέ­γι­στη οἰ­κο­νο­μί­α— τὸ χα­ι-κοὺ ἢ τὸ ἐ­πί­γραμ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ δη­μο­φι­λί­α τῶν λε­γό­με­νων «μέ­σων κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης» ὅ­πως τὸ twitter ἐ­ξα­σφα­λί­ζει δη­μο­σι­ό­τη­τα. Ὁ­μοί­ως λει­τουρ­γεῖ καὶ ἡ συμ­με­το­χι­κὴ φύ­ση τοῦ μέ­σου, ἡ ὁ­ποί­α κι­νη­το­ποι­εῖ ἄ­κο­πα χι­λιά­δες κό­σμου.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, ἕ­νας «Τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος» (ὅ­πως τι­τλο­φο­ρεῖ­ται τὸ ἄρ­θρο τοῦ Νὴλ Γκά­ι­μαν ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ­­ στὴν ἑ­πό­με­νη ἀνάρ­τη­ση) συ­νι­στᾶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε μιὰ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, ἠ­χη­ρὴ κί­νη­ση γιὰ νὰ προ­ω­θη­θοῦν οἱ σκο­ποὶ τῶν δι­ορ­γα­νω­τῶν – μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­σφα­λῶς δὲν θὰ δι­α­φω­νοῦ­σαν πολ­λοί.

       Ὡ­στό­σο, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἂν κρι­θεῖ μὲ αὐ­στη­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ κρι­τή­ρια, δὲν εἶ­ναι ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Τὰ ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­πέ­δω­σε ὁ του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος μᾶλ­λον δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν ὄν­τως δι­η­γή­μα­τα. Ὁ Γκά­ι­μαν, δύ­ο μέ­ρες ἀ­φοῦ ξε­κί­νη­σε ὁ μα­ρα­θώ­νιος (το ἄρ­θρο του δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὶς 16 Σε­πτεμ­βρί­ου στὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ βι­βλί­ο ἰ­στο­λό­γιο τοῦ G­u­a­r­d­­i­an) ἐ­πε­σή­μαι­νε: «Ὁ του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος ποὺ κά­νου­με [­.­.­.] μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι: ἡ συ­νερ­γα­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πο­δί­δει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι ἡ συγ­κέν­τρω­ση εἰ­δή­σε­ων ἢ ὁ σχο­λια­σμός, ἀλ­λὰ συ­νή­θως δὲν πα­ρά­γει σπου­δαί­α τέ­χνη.» Καὶ ἔ­χει δί­κιο: τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ προ­έ­κυ­ψαν μοιά­ζουν μὲ συ­νον­θύ­λευ­μα δι­α­φο­ρε­τι­κῶν φω­νῶν καὶ αἰ­σθη­τι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν, ποὺ στὴν πλει­ο­ψη­φί­α τους δὲν κα­τα­λή­γουν που­θε­νά. Πα­ρό­λο ποὺ τὸ εἶ­δος τῆς ἱ­στο­ρί­ας ὁ­ρι­ζό­ταν πρὶν ἀ­πὸ κά­θε μα­ρα­θώ­νιο καὶ πα­ρό­λο ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἐ­πι­με­λη­τὴς μὲ κα­θῆ­κον νὰ ἑ­νο­ποι­ή­σει ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ νὰ δώ­σει κα­τεύ­θυν­ση στὰ ἑ­κα­τον­τά­δες μη­νύ­μα­τα ἀρ­μο­λο­γών­τας τα σὲ ἕ­να ἑ­νια­ῖο σῶ­μα, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα —δε­δο­μέ­νου καὶ τοῦ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου χρό­νου συγ­γρα­φῆς— δὲν δι­και­ώ­νει τὶς προσ­δο­κί­ες γιὰ ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ξι­α­νά­γνω­στο κεί­με­νο.

       Πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ ἀ­πό­πει­ρα νὰ γρά­ψει κα­νεὶς ἐκ­κι­νών­τας ἀ­πὸ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τοῦ μέ­σου αὐ­τοῦ στε­ρεῖ­ται νο­ή­μα­τος· οἱ 670 χα­ρα­κτῆ­ρες ποὺ τέ­θη­καν ὡς ὅ­ριο θὰ μπο­ροῦ­σαν ἄ­νε­τα στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ἐ­παρ­κοῦς συγ­γρα­φέα νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἱ­κα­νὸ χῶ­ρο —ἢ καὶ ἔ­ναυ­σμα— γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα. Ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ὅ­μως, εἶ­ναι πι­θα­νῶς ἐ­φι­κτὸ ὑ­πὸ συν­θῆ­κες δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεῖ­νες τοῦ του­ϊτο­μα­ρα­θώ­νιου· ἤ­τοι, ὅ­ταν συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι ἕ­να πρό­σω­πο μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα, τα­λέν­το καὶ πλή­ρη ἔ­λεγ­χο τοῦ κει­μέ­νου, καὶ χω­ρὶς ἀ­σφυ­κτι­κὸ χρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­ρι­σμό. Ἀ­σφα­λῶς, ὅ­λα κρί­νον­ται ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος· ὡ­στό­σο, ἕ­να κεί­με­νο λο­γο­τε­χνι­κῶν ἀ­ξι­ώ­σε­ων συ­νή­θως εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν ἑ­νὸς συγ­γρα­φι­κοῦ νοῦ καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς μο­να­δι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τῆς μο­να­δι­κῆς αἰ­σθη­τι­κῆς του.
ΠΗΓΗ : Περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ . Φωτο : Ο  Γιάννης Πατίλης, εμψυχωτής του λογοτεχνικού είδους "μπονζάϊ", με τον Ηλία Δημητρακόπουλο

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-po­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Η ΤΑΙΝΙΑ : «ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ»( Σίδερα και άνθρωποι που λιώνουν μαζί.)




Σκηνοθεσία : Χρήστος Καρακέπελης
Σενάριο: Νατάσα Σέγκου, Χρήστος Καρακέπελης

7 συλλέκτες scrap, ανάμεσά τους και ένα παιδί πρωταγωνιστές σε μια ιστορία ανακύκλωσης μετάλλων και κοινωνικού περιθωρίου. Θα ταίσουν με φτηνή πρώτη ύλη τα καμίνια των χαλυβουργιών. Θα πλουτίσουν μια αλυσίδα μεσαζόντων. Θα κρατήσουν τη φωτιά της ανακύκλωσης αναμμένη και το πάθος αυτού του κόσμου για την παραγωγή νέων αγαθών άσβεστο. Για όλα αυτά, οι πρωτόγονοι αυτοί χειρώνακτες θα έχουν κερδίσει ένα πιάτο φαί και το δικαίωμα, από τις σπηλιές τους,  να γίνονται περιστασιακά και εφήμερα θεατές μιας δυτικής μεγαλούπολης που διογκώνεται αδιάκοπα γύρω τους.

Από έναν καταυλισμό Αλβανοτσιγγάνων στην καρδιά της Αθήνας, με πανοραμική θέα στον Παρθενώνα χωρίς όμως νερό και ρεύμα, ως τα πρωτόγονα χυτήρια του Ασπρόπυργου και τις μεγάλες ελληνικές χαλυβουργίες και από εκεί ως κάποια ζώνη ανοικοδόμησης στο Λίβανο, η ταινία ακολουθεί τις κερδοφόρες διαδρομές του scrap και το παγκοσμιοποιημένο ταξίδι του χρήματος σε αντίστιξη με τις μονότονες διαδρομές των ηρώων της στους σκουπιδοτενεκέδες της Αθήνας.

Με θεμελιακή αντίφαση, τη δυσαναλογία ανάμεσα στην εξαθλίωση των πλανόδιων ανακυκλωτών και το έργο που παράγουν, η ταινία ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ  εστιάζει στις ακραίες αντιφάσεις της ελληνικής πραγματικότητας (Παρθενώνας και τσαντίρια) και στην ασυδοσία της παραοικονομίας (πράσινη ανακύκλωση-μαύρο χρήμα) αποτελώντας έτσι ένα καλλιτεχνικό ντοκουμέντο πάνω σε μια Ελλάδα ανομίας και αυθαιρεσίας.
Με την απόλυτα κινηματογραφική γλώσσα της, τον τελετουργικά δουλεμένο ήχο της και εικόνες που μυούν στο ωμά ρεαλιστικό σύμπαν των αθηναϊκών παραγκουπόλεων, αφηγείται με όρους αισθητικούς την κατάρρευσή μας, γίνεται για τους θεατές της μια καλλιτεχνική μαρτυρία πάνω σε ένα θέμα βαθιά πολιτικό.

Μετά τη διεθνή πρεμιέρα της στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Karlovy Vary, τον περασμένο Ιούλιο, η ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ άρχισε μια μεγάλη φεστιβαλική πορεία σε Ευρώπη και Αμερική που συνεχίζεται έως σήμερα και θα συνεχίζεται για τους προσεχείς μήνες. Η ταινία έχει βραβευτεί σαν το καλύτερο ελληνικό ντοκιμαντέρ από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου στα πλαίσια του φεστιβάλ της Χαλκίδας, έχει επίσης βραβευτεί με το Βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας και το Βραβείο Ήχου και έχει επίσης αποσπάσει την ειδική μνεία της κριτικής επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ζυρίχης. Η ταινία πρόκειται να βγει στις αίθουσες ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ και ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ από την Πέμπτη 15 Μαρτίου.

ΑΙΟΛΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΗΛΕΙΑ

O γιατρός  Σωτήρης Σωτηρόπουλος, εκδότης του  ιστορικού-λαογραφικού περιοδικού «ΔΙΒΡΗ», αναφέρεται στο εγχείρημα μεγάλης εταιρείας για την εγκατάσταση   ανεμογεννητριών ύψους 150 μέτρων στα «Λάμπεια Όρη» (Πελοπόννησος), παραθέτοντας σχετικό υπόμνημα κατοίκων και φορέων  της περιοχής  :  


«Το προτεινόμενο έργο είναι 46 ΜΒ με 23 τεράστιες ανεμογεννήτριες που καταλαμβάνουν 6.500 μέτρα κατά μήκος των κορυφογραμμών των «Ιερών» (κατά Παυσανία, Στράβωνα και Όμηρον) Λαμπείων Ορέων, με άμεση αντιαισθητική οπτική επαφή από όλους τους συνοικισμούς της Δίβρης, με άμεση και βασανιστική ηχορύπανση για τους ατυχείς κατοίκους συμπολίτες μας (λόγω της ειδικής γεωμορφολογίας που ναι μεν δεν πατήθηκε από τους Τούρκους τότε, τώρα όμως επιτρέπεται στους σύγχρονους «βαρβάρους» να εγκατασταθούν!!!...), αλλά και δημιουργεί απαγορευτική ζώνη για να βόσκουν τα χιλιάδες αιγοπρόβατα της περιοχής μας, για το κυνήγι και τους φυσιολάτρες.

Έχουμε στα χέρια μας πλήρη τοπογραφικά των προς εγκατάσταση ανεμογεννητριών, και τις σχετικές λεπτομέρειες του επιχειρηματία περί δήθεν ωφελημάτων (που συνήθως τα λένε προς παραπλάνηση των ιθαγενών), αλλά επειδή γνωρίζουμε ότι με το Αιολικό αυτό πάρκο θα καταστραφεί η ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και Μνημείων κωμόπολή μας και θα ενταφιαστεί η προοπτική τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής μας, τους προειδοποιούμε ότι  θα μας βρουν αντιμέτωπους, εάν και εφόσον προχωρήσουν σε ένα τέτοιο ανοσιούργημα….



Δεν πρόκειται εμείς να μετατατραπούμε σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος αδιαφορώντας για την περιβαλλοντική, τουριστική και οικονομική καταστροφή που θα επιφέρει αυτό στον τόπο μας…..





Εν φαντασία και οίνω....

"Εν φαντασία και λόγω" - έβλεπε ο Καβάφης την αντιμετώπιση του γήρατος.....Ένα πιο μετριοπαθές εγχείρημα όπως αυτό της αντιμετώπισης της κρίσης (!),  μπορεί να εμπλέκει φαντασία και οίνο - αλλά στις κατάλληλες δόσεις....
Σήμερα η "φαντασία στην οινοποιία"  συνδέεται με την έκθεση του Οινοράματος, που για 11η φορά οργανώνεται στο  ΕΚΕΠ, στη Μεταμόρφωση και θα διαρκέσει 3½ ημέρες:
Παρασκευή 16 Μαρτίου: 15:00-19:00
Σάββατο 17 Μαρτίου: 10:00-19:00
Κυριακή 18 Μαρτίου: 10:00-19:00
Δευτέρα 19 Μαρτίου: 10:00-18:00.

Η είσοδος για τους σχετικούς επαγγελματίες και τους δημοσιογράφους είναι δωρεάν με απλή επίδειξη της επαγγελματικής κάρτας τους.  Τιμή εισιτηρίου 12 ευρώ, με ισχύ για όλες τις ημέρες τις έκθεσης.
Περισσότερα στο www.oenorama.com

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

“Αρχίζοντας από το Μηδέν”, του Μιχάλη Μιχελή

 Chaque région du monde suit son propre cheminement.Και τώρα στα πιο δύσκολα! Όχι ότι πρώτα ήταν εύκολα τα πράγματα…

Όμως απ’ εδώ και μπρος, σχεδόν μόνοι μας ως χώρα, πρέπει να φροντίσουμε να δώσουμε ψωμί κι ελπίδα, στους πολίτες αυτού του τόπου.

Κι αναφέρομαι δηλωτικά στη λέξη «πολίτης», γιατί αυτός και μόνο αυτός με τις επιλογές του, θ’ αναζητήσει το καταλληλότερο εκείνο μοντέλο, της ποιοτικής του επιβίωσης.
Δηλαδή την ενεργή συμμετοχή και την εκ βάθρων αλλαγή της αναπτυξιακής πλεύσης, που είναι η μόνο διέξοδος, στη φτώχεια και στην μιζέρια.

Μπροστά στο δίλημμα των εκλογών, οι επιφανειακές ανακαινίσεις των κομματικών λύσεων, μπορούν ν’ ακούγονται ευχάριστες (στ’ αχόρταγα για υποσχέσεις αυτιά), αλλά ως μια ακόμη επαναλαμβανόμενη πολιτική απάτη, έχουν κοντόφθαλμο ορίζοντα.

Λοιπόν πρωταγωνιστής μπαίνει ο ενσυνείδητος πολίτης. Ο άνθρωπος που χτίζει με νέα υλικά, με θετική διάθεση και μακρόπνοο σχέδιο. Αυτός που δεν περιμένει το υποθετικό 2020, αλλά το αυριανό μεροκάματο, με σκοπό, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, να το μετατρέψει σε Ευ ζην.

Η Ελλάδα βρίσκεται με δυό λόγια σε μια μεταπολεμική εποχή. Με τη θλίψη και την μοναξιά του λεηλατημένου, μπρος στα μάτια της. Με κατεστραμμένη τη βιομηχανία. Με την αμέτρητη ανεργία, με τους άστεγους και τις ουρές στα συσσίτια. Με τους αποδεκατισμένους και τους μαυραγορίτες. Με τους δωσίλογους και τους ανέντακτους.

Ό,τι ακριβώς έγινε στο τόπο αυτό πριν από 68 χρόνια, ότι βίωσαν κι άλλες χώρες, μετά την καταστροφή των μεγάλων πολέμων. Δηλαδή το ξαναστήσιμο της ζωής.

Προσπερνώ λοιπόν όλους εκείνους, τους επιμένοντες ρομαντικά, ότι «Το Κοινό μας Σπίτι» θα φροντίσει  (με τον ένα ή άλλο τρόπο), να μας κρατήσει μέσα στην ευρωπαϊκή θαλπωρή και μπαίνω στο δια ταύτα. Στο ζουμί των σκέψεων.

Στην ανασύνταξη της εγκαταλειμμένης περιφέρειας. Στην αντίστροφή του κεντρογενούς  κράτους. Στην αποκέντρωση. Στην αποδόμηση του Αθηνοκεντρικού σχεδιασμού. Στην λογική διανομή των πλεονεκτημάτων, σ’ όλο την παλέτα, της ελληνικής επικράτειας. Με φόντο τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε περιοχής. Με ιδεολογικό και πρακτικό περιεχόμενο, την οικολογική ευμάρεια.

Η Ελλάδα σήμερα πρέπει να πάρει παραδείγματα, πρέπει να ενσωματώσει πρακτικές, πρέπει να επεξεργαστεί προτάσεις, που εφαρμόζονται, στις αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις. Δηλαδή τη φτηνή παραγωγή. Την καινοτομία, αλλά προ παντός τον οικολογικό ορθολογισμό. Όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα, που θα δώσουν ζωή σε κάθε τόπο, που θα ενδυναμώσουν την αλληλεγγύη, που θα φέρουν εισόδημα, αλλά με την πρακτική και ηθική δέσμευση της οικολογικής εγκράτειας. Δηλαδή όχι στην υπερβολή, όχι στην αποδοχή κάθε είδους επένδυσης, που θα έχει ολέθριες συνέπειες για την υγεία και την οικολογική ακεραιότητα του φυσικού χώρου.

Είμαστε μια μικρή χώρα. Άρα βολική στους εφικτούς σχεδιασμούς, ως προς τα μετρικά συστήματα, τη διασύνδεση, την υλοποίηση των υποδομών. Μ’ ένα πολύμορφο γεωγραφικό ανάγλυφο, οι επιλογές είναι ευνοϊκές. Με αρκετές ευκαιρίες στις δραστηριότητες. Από τον τουρισμό και τη γεωργία, μέχρι την βιομηχανοποιημένη παραγωγή, τις τεχνολογικές εφαρμογές, τον πολιτισμό και το εμπόριο. Κάθε περιοχή έχει τις δικές της ξεχωριστές δυνατότητες.

Το μόνο λοιπόν που χρειάζεται σπρώξιμο, είναι μια κίνηση, ενεργοποίησης των νέων, για να πάνε εκεί, που θα δημιουργηθούν οι ευκαιρίες. Ένα πρόγραμμα «μνημονιακής πειθαρχίας» και κοινωνικής διορατικότητας, που μπορεί να συνθέσει ο Οικολογικός χώρος.

Ένα παραπλήσιο δηλαδή μοντέλο, που έφτιαξαν οι Ιάπωνες και οι Κορεάτες στις δεκαετίες του ’50-’60.

Τα λεγόμενα «Keiretsu» (*1) και τα «Chaebols» (*2). Δηλαδή ολοκληρωμένα συστήματα γνώσεων, εφαρμογών και προώθησης των νέων στην επαρχία.

Τα κρατικά κεφάλαια, η τοπική φορολογία και το χαμηλό κόστος, μπορεί να γίνει η μαγιά ζύμωσης όλων αυτών των πλεονεκτημάτων, για τη δημιουργία δεξιοτήτων. Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, φορείς του εξωτερικού και προπαντός η δική μας διορατικότητα, μαζί με τη συνδρομή των εγχώριων τραπεζικών κεφαλαίων, μπορούν να εφαρμόσουν την απαρχή, που θα βρει συνεχιστές. Η ανταγωνιστικότητα κάθε περιοχής και τα κέρδη που θα έρθουν στην ζωή του κάθε’ ενός, θα γίνουν το δέλεαρ αυτής της καινοτόμου πορείας. Θα δημιουργηθεί  κίνηση στην αγορά εργασίας.

Κάθε τόπος και το δικό του πρότυπο. Κάθε τόπος με το δικό του αποδοτικό μοντέλο. Κάθε τόπος με τη δική του επινόηση στην διαχειριστική φροντίδα. Αυτό που λέγεται «ποικιλία παραγωγής», «κοινωνική αυτοθέσμιση». Δηλαδή η μεταμοντέρνα έκφραση της οικολογικοποιημένης βιομηχανικής προσαρμογής.
                                                                                             Μιχάλης Μιχελής

Σημειώσεις:
 (*1) Τα Keiretsu ή Ζaki είναι ένα γιαπωνέζικος όρος που αναφέρεται σε μια σειρά εταιρειών ( διαφόρων εφαρμογών), που έχουν για αναμεταξύ τους σχέση στην παραγωγική διαδικασία. Δηλαδή υπό την καθοδήγηση ενός ομίλου ( που μπορεί να έχει κοινωνική διάχείρηση), δημιουργούνται πολλές μικρότερες εταιρίες, που έχουν ως κεντρικό τροφοδοτικό δεσμό μια αναπτυξιακή τράπεζα. Αυτή η τράπεζα χρηματοδοτείται από τις καταθέσεις των ντόπιων, που προτιμούν να τοποθετούν εκεί τα χρήματά τους, μια κι έχουν άμεση σχέση οι πελάτες, με την επενδυτική διαμεσολάβηση της λόγω τράπεζας, στην περιοχή τους. Παράλληλα στο πλαίσιο αυτό που στηρίζεται η ανάπτυξη μιας περιφέρειας, δημιουργείται μια εμπορική εταιρεία («Shogo shosa»), που διερευνά την παγκόσμια αγορά και στο κατά πόσον η τοπική παραγωγή της κάθε περιφέρειας, μπορεί να μπει σ’ αυτό τον κύκλο των εργασιών.

Αυτές οι μορφές εταιρικής διαμεσολάβησης, αποτελούν σήμερα το 30% του ΑΕΠ της Ιαπωνίας.

(*2) Παραπλήσια με την προηγούμενη εφαρμογή είναι η κορεάτικη εκδοχή Chaebol. Ξεκίνησαν από οικογενειακές επιχειρήσεις, μεγάλωσαν σε συνεταιριστικό επίπεδο, με σκοπό να δημιουργηθεί πλεόνασμα για να ξεπληρωθούν τα χρέη κάθε περιοχής. Σήμερα παράγουν το 25% του ΑΕΠ της Κορέας.