Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες (I giorni perduti)




Ο ΕΡΝΕΣΤΟ ΚΑΖΙΡΑ, με­ρι­κὲς ἡ­μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή του στὴν πο­λυ­τε­λῆ βί­λα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας, δι­έ­κρι­νε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἕ­ναν ἄν­δρα μ΄ ἕ­να κι­βώ­τιο στὶς πλά­τες... Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πορ­τού­λα τοῦ μαν­τρό­τοι­χου καὶ τὸ φόρ­τω­νε σ΄ ἕ­να φορ­τη­γό.
       Δὲν τὸν προ­λά­βαι­νε πρὶν φύ­γει. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε, λοι­πόν, μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ φορ­τη­γὸ ἔ­κα­νε πο­λὺ δρό­μο μέ­χρι τὶς ἀ­πό­μα­κρες πα­ρυ­φὲς τῆς πό­λης καὶ στα­μά­τη­σε στὸ χεῖ­λος μιᾶς χα­ρά­δρας.
       Ὁ Κα­ζί­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι καὶ πῆ­γε νὰ δεῖ. Ὁ ἄ­γνω­στος ξε­φόρ­τω­σε τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γὸ καί, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, τὸ πέ­τα­ξε στὴν τά­φρο ποὺ ἦ­ταν ξέ­χει­λη ἀ­πὸ χι­λιά­δες ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α κι­βώ­τια.
       Πλη­σί­α­σε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ρώ­τη­σε: «Σὲ εἶ­δα νὰ βγά­ζεις ἐ­κεῖ­νο τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μου. Τί εἶ­χε μέ­σα; Καὶ τί εἶ­ναι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ κι­βώ­τια;»
       Ἐ­κεῖ­νος τὸν κοί­τα­ξε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε: «Ἔ­χω κι ἄλ­λα στὸ φορ­τη­γὸ γιὰ πέ­τα­μα. Δὲν τὸ ξέ­ρεις; Εἶ­ναι οἱ μέ­ρες.»
       «Ποι­ὲς μέ­ρες;»
       «Οἱ μέ­ρες σου.»
       «Οἱ μέ­ρες μου;»
       «Οἱ χα­μέ­νες σου μέ­ρες. Οἱ μέ­ρες ποὺ ἔ­χα­σες. Δὲν τὶς πε­ρί­με­νες, ἔ; Ἦρ­θαν. Τί ἔ­κα­νες γιὰ αὐ­τές; Κοί­τα­ξέ τες, εἶ­ναι ἀ­νέ­πα­φες, ἀ­κό­μα ζω­η­ρές. Καὶ τώ­ρα...»
       Ὁ Κα­ζί­ρα κοί­τα­ξε. Τὰ κι­βώ­τια σχη­μά­τι­ζαν ἕ­να πε­λώ­ριο σω­ρό. Κα­τέ­βη­κε τὴν πλα­γιὰ κι ἄ­νοι­ξε ἕ­να.
       Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­νας φθι­νο­πω­ρι­νὸς δρό­μος καὶ στὸ βά­θος ἡ Γκρα­τσι­έλ­λα, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του, ποὺ ἔ­φευ­γε ὁ­ρι­στι­κά. Κι αὐ­τὸς οὔ­τε κὰν τὴν κα­λοῦ­σε.
       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να δεύ­τε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να δω­μά­τιο νο­σο­κο­μεί­ου καὶ στὸ κρε­βά­τι ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ Τζό­σου­α, ποὺ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος καὶ τὸν πε­ρί­με­νε· αὐ­τὸς ὅ­μως ἔ­τρε­χε γιὰ τὶς δου­λει­ές του.
       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να τρί­το. Στὸ κάγ­κε­λο τοῦ πα­λιοῦ φτω­χι­κοῦ σπι­τιοῦ στε­κό­ταν ὁ Ντιούκ, ὁ πι­στὸς μο­λοσ­σός, ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ χρό­νια, πα­ρα­τη­μέ­νος, πε­τσὶ καὶ κόκ­κα­λο. Μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν σκε­φτό­ταν νὰ γυ­ρί­σει.
       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι. Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς στε­κό­ταν στη­τὸς στὸ χεῖ­λος τῆς χα­ρά­δρας, ψυ­χρὸς σὰν ἐ­κτε­λε­στής.
       «Κύ­ρι­ε!» φώ­να­ξε ὁ Κα­ζί­ρα. «Ἀ­κοῦ­στέ με. Ἀ­φῆ­στέ με νὰ πά­ρω μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α κι­βώ­τια. Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α. Εἶ­μαι πλού­σιος. Θὰ σᾶς δώ­σω ὅ,τι θέ­λε­τε.»
       Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι σὰν νὰ ἔ­δει­χνε ἕ­να ἀ­πρό­σι­το μέ­ρος, σὰν νὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ὅ­τι κα­μιὰ βελ­τί­ω­ση δὲν ἦ­ταν πι­θα­νή. Με­τὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὡς διὰ μα­γεί­ας καὶ μο­νο­μιᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε κι ὁ γι­γαν­τια­ῖος σω­ρὸς τῶν μυ­στη­ρι­ω­δῶν κι­βω­τί­ων. Καὶ ἡ σκιὰ τῆς νύ­χτας ἔ­πε­φτε.

Δραματοποίηση: Monica Mainardi

Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου