Ημέρες ορειβασίας

Ημέρες ορειβασίας

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου : Ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς



Στὴν Ἡρὼ Νικοπούλου
μὲ ἀφορμὴ τὸ ὁμότιτλο ζωγραφικὸ της ἔργο
 
ΣΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Σή­με­ρα θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν συ­νη­θι­σμέ­νη κα­θη­με­ρι­νὴ πο­ρεί­α του σὲ μί­α ἀ­κρο­βα­σί­α ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς. Σή­με­ρα θὰ ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη του ἀ­το­μι­κὴ προ­σπά­θεια, χω­ρὶς κοι­νό, ἤ, μᾶλ­λον, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ὡς μό­νο καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ θε­α­τή· θε­α­τὴ καὶ θε­ώ­με­νο συ­νά­μα.
         Ὅ­λα ἦ­ταν κα­νο­νι­σμέ­να. Τὸ εἰ­δι­κὸ σκοι­νὶ εἶ­χε τεν­τω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ δύ­ο με­γα­θή­ρια ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν προ­η­γου­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, τὸ εἶ­χε στε­ρε­ώ­σει στὶς φτι­αγ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ὑ­πο­δο­χές, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ τό­σες φο­ρὲς νὰ γί­νε­ται στὴ δου­λειά του, στὸ τσίρ­κο, ἀ­πὸ τοὺς τε­χνι­κούς. Ἂν πε­τύ­χαι­νε ἐ­τού­τη ἡ ἀ­πό­πει­ρα, θὰ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια δι­α­δι­κα­σί­α, με­θο­δι­κὰ καὶ μὲ ὑ­πο­μο­νή, καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα ψη­λὰ κτή­ρια τῆς πό­λης. Ἦ­ταν τό­σα πολ­λά. Ἔ­φτα­ναν γιὰ μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή. Γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν δι­κή του ζω­ή, του­λά­χι­στον.
         Πλύ­θη­κε, ἔ­φα­γε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πρω­ι­νὸ καὶ ἔ­κα­νε τὴν του­α­λέ­τα του σχο­λα­στι­κά, χω­ρὶς ἄγ­χος. Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ σει­ρά. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­χαν παρ­θεῖ.
         Ξε­κρέ­μα­σε τὴν φο­ρε­σιά του καὶ τὴν χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει δὲν χόρ­ται­νε νὰ τὴν κοι­τά­ζει. Τὸ στε­νὸ ἐ­λα­στι­κὸ πο­δη­λα­τι­κὸ παν­τε­λο­νά­κι ἦ­ταν τὸ κα­τάλ­λη­λο μαῦ­ρο φόν­το γιὰ τὴν ἀ­ρα­δω­τὴ ἄ­σπρο-μαῦ­ρο καὶ φω­σφο­ρι­ζὲ πορ­το­κα­λὶ μπλού­ζα του μὲ τὰ ἀ­σορ­τὶ ἀ­θλη­τι­κὰ πο­δη­λα­τι­κὰ πα­πού­τσια. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πα­ρο­μοιά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­γρι­ο­μέ­λισ­σα (ὄ­χι μὲ σφή­κα) ποὺ θὰ πε­τοῦ­σε μὲ τὸν δι­κό της τρό­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τσι­μέν­το στὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νό, ἐ­λεύ­θε­ρη πιὰ ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὶς σκι­ὲς τῶν κτι­ρί­ων.

         Ντύ­θη­κε καὶ ἄ­λει­ψε τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ γυ­μνὰ ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του μὲ ἕ­να κα­λὸ ἀν­τη­λια­κό. Ἔ­στω καὶ τὰ ἐ­λα­φρᾶς μορ­φῆς ἐγ­καύ­μα­τα δὲν θὰ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν πα­ρά­ση­μο.
         Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος. Ἔ­ξω εἶ­χε ξη­με­ρώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­τό του καὶ ἀ­νέ­βη­κε μὲ τὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα στὴν τα­ρά­τσα. Αὐ­τὴν τὴν φο­ρά, λοι­πόν, θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τῆς δου­λειᾶς του ὄ­χι γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, οὔ­τε γιὰ τὸν συ­χνὰ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νο ἴ­λιγ­γο τοῦ κιν­δύ­νου, ἀλ­λὰ ὡς δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ δού­λευ­ε γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Τί πιὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­πὸ αὐ­τό;
         Βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς ἀ­νά­κλη­σης λει­τουρ­γοῦ­σε σω­στά. Εἶ­χε συν­δέ­σει τὸν δι­α­κό­πτη ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὴν πα­λιν­δρο­μι­κὴ κί­νη­ση τοῦ πο­δη­λά­του του μὲ τὸ φρέ­νο καὶ τὸ τι­μό­νι. Ἂν κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀν­τὶ νὰ γεί­ρει θὰ γύ­ρι­ζε κα­τευ­θεί­αν πί­σω.
         Ἕ­νας μό­νον ἦ­ταν ὁ φό­βος του. Ἕ­νας, ἀλ­λὰ φαρ­μα­κε­ρός. Ἂν μπλο­κά­ρι­ζε ὁ μη­χα­νι­σμός, θὰ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ κτή­ρια ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά, πά­λι καὶ πά­λι, ἱ­πτά­με­νος πο­δη­λά­της αἰχ­μά­λω­τος τῆς δί­ψας του γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὥ­σπου κά­ποι­ος νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­πεγ­κλω­βί­σει ἀ­π’ τὸ κε­νό.
         Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τό­σο πο­λὺ τὸν εἶ­χε τυ­ραν­νή­σει αὐ­τὸς ὁ φό­βος ὅ­λον τὸν και­ρὸ κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του, ὥ­στε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­ξοι­κει­ώ­νε­ται μὲ τὴν ἰ­δέ­α. Κα­λύ­τε­ρα νὰ πα­λιν­δρο­μεῖ στοὺς αἰ­θέ­ρες πα­ρὰ στοὺς δρό­μους καὶ στὰ πε­ζο­δρό­μια, στὰ δω­μά­τια καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες, ἐ­κεῖ κά­τω χα­μη­λά, στὴν σκιὰ τῶν τσι­μέν­των. Θὰ τὸν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν κά­ποι­α στιγ­μή, θὰ τὸν ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, ζων­τα­νὸ ἢ νε­κρό. Μέ­χρι τό­τε, θὰ εἶ­χε προ­λά­βει νὰ εἰ­σπνεύ­σει ἀρ­κε­τὴ ξε­νοια­σιά, ἀρ­κε­τὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ ὅ­λα, ἀρ­κε­τὴ ἠ­ρε­μί­α τοῦ μυα­λοῦ καὶ τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν του ὀρ­γά­νων. Μέ­σω τῆς δου­λειᾶς του στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ τὸ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τοῦ ἄ­ρε­σε πάν­το­τε τό­σο πο­λὺ ἡ πο­δη­λα­σί­α στὰ ψη­λά. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἀν­τί­ο.
         Πεν­τὰλ καὶ φύ­γα­με…

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Πίνακας τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου ἀπὸ τὴν ζωγραφικὴ ἐνότητα Ἡ ἄλλη πόλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου